καταγγελτικός
καταγγελτικός, announcing
καταγγελ-τικός, ή, όν,
- announcing, c. gen. rei, Hld. 3.1.
καταγγελτικός, ή, όν, qui sert à annoncer, Hld. 3, 1.
Étym. dér. du suiv.
καταγγελτικός, ή, όν, ankündigend, μέλος καταγγελτικὸν τῆς θυσίας Heliod. 3.1.