καταγεωργέω
καταγεωργέω, bring into tillage
καταγεωργέω,
- bring into tillage, Str. 9.3.4.
κατα·γεωργέω-ῶ (impf. κατεγεώργουν) cultiver avec soin, Str. 419.
καταγεωργέω, bestellen, beackern, τὸ πεδίον ἀνιερωθὲν αὖθις κατεγεώργουν Strab. IX.419.