καταγελάσιμος
καταγελάσιμος, ridiculous
καταγελάσ-ιμος, ον,
- ridiculous, with play on the name Γελάσιμος, Plaut. Stich. 631.
καταγελάσιμος, ος, ον [λᾰῐ] tout à fait risible, Plaut. Stich. 4, 2, 50.
Étym. καταγελάω.
καταγελάσιμος, ganz lächerlich, Plaut. Stich. 4.2.50.