καταβρυχάομαι Save Bailly 2024 Pape κατα·βρυχάομαι-ῶμαι [ῡ] rugir, Eum. p. 445. Étym. κ. βρύχω. καταβρυχάομαι, [ῡ], = καταβρύχω ; καταβρυχήσεταί σε, μῆτερ, ὡς λέων Eumath. 11 p. 445.