καταγεμίζω
καταγεμίζω, load heavily
καταγεμίζω,
- load heavily, σκάφη D.C. 74.13.
κατα·γεμίζω, surcharger, DC. 74, 13.
καταγεμίζω, beladen, σκάφη ὑπὲρ τὴν δύναμιν αὐτῶν DC. 74.13.
καταγεμίζω, load heavily