Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοιφί
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοίρανος
Κοίρανος
Κοιρατάδας
κόϊς
Κοισύρα
κοίτα
κοιτάζομαι
κοιτάζω
Κοῖται
κοιταῖος
κοιτάξομαι
κοιτάριον
κοιτάριος
κοιτασία
κοιτασμός
κοιταστέον
κοιτατήριον
κοίτη
κοιτίδιον
κοιτίς
κοῖτος
κοιτοφθορέω
κοιτών
κοιτωνιάρχης
κοιτωνικός
κοιτώνιον
κοιτωνίς
κοιτωνίσκος
κοιτωνίτης
κοιτωνοφύλαξ
κοιφί
κοῖφι
κοκάλια
κοκκάζω
κοκκάλια
Κοκκαλίνη
κόκκαλος
κοκκάριον
Κοκκήϊος
κοκκηρός
κοκκίζω
κοκκινίζω
κοκκινοβαφής
κοκκινόβαφος
κοκκινοειδής
κόκκινος
κοκκίον
κοκκίς
κοκκοάξ
κοκκοβάρη
κοκκοβαφής
κοκκοβαφία
κοκκοβόας
κοκκόδαφνον
κοκκοθραύστης
κοκκολάχανον
κοκκολέκτης
κοκκολογέω
κόκκομαν
κοκκόνοι
κοκκοποιόν
…
κοιφί
Save
LSJ
κοιφί,
v. κῦφι.
κοιφόν·
κοῖλον,
Hsch.
(i.e.
κυφόν
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}