κοιτασία
κοιτασία, cohabitation
κοιτ-ᾰσία, ἡ,
- cohabitation, LXX Le. 20.15.
κοιτασία, ας (ἡ) [ᾰσ] commerce charnel, Spt. Lev. 20, 15.
Étym. κοιτάζω.
κοιτασία, ἡ, der Beischlaf, LXX.
κοιτασία, cohabitation