κονυζίτης
κονυζίτης, flavoured with
κονυζ-ίτης [ῑ] οἶνος, ὁ,
- wine flavoured with κόνυζα, Dsc. 5.53, Gp. 8.10.
κονυζίτης, ὁ, οἶνος, mit κόνυζα abgezogener Wein, Diosc.
κονυζίτης, flavoured with