Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοπανιστός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοντοκυνηγέσιον
κοντοπαίκτης
κοντοπλεύριον
κοντοπορεία
Κοντοπορεία
κοντός
κοντοφόρος
κοντόχειρ
κοντόω
Κόντρουσκος
κόντωσις
κοντωτίτης
κοντωτός
κόνυζα
κονυζήεις
κονυζίτης
κονυζίτης οἶνος
Κόνων
Κονώνειος
κοξάριος
κόον
κοόρτις
κόος
Κοούτιος
κοπάδιον
κοπάζω
κόπαιον
κοπανίζω
κοπανισμός
κοπανιστήριον
κοπανιστός
κόπανον
κόπανος
κοπάριον
κοπάς
κόπασις
κόπασμα
κόπειον
κοπείς
κόπελλα
κοπετόκτυπος
κοπετός
κοπεύς
κοπή
κόπηθρον
κοπῆναι
κοπηρός
κοπία
κοπίαμα
κοπιαρός
κοπιάτης
κοπιάω
κοπίδερμος
κοπίζω
Κόπιλλος
κόπις
κοπίς
κοπίσκος
κοπιώδης
κόπος
κοπόω
…
κοπανιστός
Save
Bailly 2024
κοπανιστός,
ή, όν,
pilé, écrasé,
Gal.
14, 555
.
Étym.
vb. de
κοπανίζω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}