κρυμώδης
κρυμώδης, icy-cold, frozen, icy
κρῡμ-ώδης, ες,
- icy-cold, frozen, Hp. Vict. 2.65 (κρυμν- codd.), D.P. 780, Men.Prot. p.47 D.; Ἄλπεις AP 9.561 (Phil.): Comp., Ph. 2.298, Metop. ap. Stob. 3.1.116: Sup., Ael. NA 3.13.
κρυμώδης, ης, ες [ῡ] glacé, Hpc. 364, 29 ; DP. 780 ; Anth. 9, 561 ||
Cp. -έστερος, Théagès p. 694.
Étym. κρυμός, -ωδης.
κρυμώδης, [ῡ], ες, frostig, eiskalt ; Ἄλπεις Philp. 68 (IX.561); ὄχθαι Dion.Per. 780 ; Ael. u. a.Sp.
κρυμώδης
κρυμ-ώδης, ες
εἶδος
- icy-cold, frozen, icy, Anth.