About Report a problem

Menu

μέστε

μέστε, Arc.,
  • = μέσφα, μέστʼ ἂν ἀέλιος ὀν[τέλλοι] IG 5(2).4.12 (Tegea); [μέ]στε ζατὸν ἔοι ἄμοινα ib. 22.

Saved

Recent