Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μέστριος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μεσσήνιοι
Μεσσήνιος
μεσσήρης
Μεσσίας
μεσσίδιος
μέσσο-
μεσσογενής
μεσσόγεως
μεσσόθεν
μεσσόθι
μέσσοι
μεσσοικέται
μεσσοπαγής
μεσσοπαλής
μεσσόπλουτον
μεσσοπύλη
μεσσόρης
μέσσορος
μέσσος
μεσσότομος
μεσσοτύλαρον
μεσσοφανής
μέσσων
μεσσωτήρ
μέστα
μέστακα
μέστε
μεστός
μεστότης
μεστόω
Μέστριος
μέστωμα
μέστωσις
μεσύμνιον
μέσφα
μέσφι
μεσῳδικός
μεσῳδός
μέσωρος
μέσως
μετ
μετά
μέτα
μετα
μετάβα
μεταβαίνω
μεταβάλλω
μεταβάπτω
μεταβασανίζω
μετάβασις
μεταβατέον
μεταβάτης
μεταβατικός
μεταβατικῶς
μεταβατός
μεταβιάζομαι
μεταβιβάζω
μεταβιβαστέον
μεταβιβαστέος
μεταβιόω
μεταβλαστάνω
…
Μέστριος
Save
Bailly 2024
Μέστριος,
ου
(
ὁ
)
=
lat.
Mestrius
,
n. d’h. rom.
Plut.
Oth.
14
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}