μέστωμα
μέστωμα, fullness
μέστ-ωμα, ατος, τό,
- fullness, Orac. ap. Eus. PE 4.9 (pl.).
μέστωμα, ατος (τὸ) plénitude, Oracl. (Eus. P.E. p. 145).
Étym. μεστόω.
μέστωμα, τό, Fülle, Ausfüllung, Sp.