μέτα
μέτα, 1. Anastrophe, = μετά.
2. = μέτεστι.
2. = μέτεστι.
μέτα
[for μέτ-εστι.]
There is among specified persons : οὐ γάρ τις μέτα τοῖος ἀνὴρ ἐν τοίσδεσιν Od. 21.93.
[for μέτ-εστι.]
There is among specified persons : οὐ γάρ τις μέτα τοῖος ἀνὴρ ἐν τοίσδεσιν Od. 21.93.