μεστότης
μεστότης, fullness
μεστ-ότης, ητος, ἡ,
- fullness, Gloss.
μεστότης, ητος (ἡ) plénitude, Hermog. π. ἰδ. l. 1, p. 186.
Étym. μεστός.
μεστότης, ητος, ἡ, die Anfüllung, Fülle.
μεστότης, fullness