μετατίθημι
μετατίθημι, to place among
Could not find μετέθηκα in Logeion dictionaries.
μετέθηκα Verb: aorist active indicative 1st singular of μετατίθημι
- I place among, τῷ κʼ οὔ τι τόσον κέλαδον μετέθηκε (v.l. μεθέηκεν) then he would not have caused so much noise among us, Od. 18.402.
- II place differently,
- 1 in local sense, transpose, change the place of, τὰ αἰδοῖα εἰς τὸ πρόσθεν Pl. Smp. 191b; εἰς βελτίω τόπον Id. Lg. 903d; μ. τὰς θύρας PSI 5.546.5 (iii B. C.); μετέθηκεν αὐτὸν (sc. τὸν Ἑνώχ) ὁ θεός LXX Ge. 5.24:—Pass., Arist. Int. 20b10; to be transferred, OGI 338.20 (Pergam., ii B. C.), Act.Ap. 7.16, etc.
- 2 in Logic, μ. τὸ συμπέρασμα alter a conclusion to its contrary, Arist. APr. 59b1.
- 3 change, alter, of a treaty, μεταθεῖναι ὅπῃ ἂν δοκῇ ἀμφοτέροις Foed. ap. Th. 5.18; τὸ νυνδὴ ῥηθέν Pl. Plt. 297e, cf. X. Mem. 3.14.6; μ. τινὰ ἐς πτηνὴν φύσιν AP 11.367 (Jul.); ἐπὶ ὑὸς τὰς ἐπωνυμίας μ. change their names and call them after swine, Hdt. 5.68; substitute, προφάσεις ἀντὶ τῶν ἀληθῶν ψευδεῖς μ. D. 18.225, cf. Pl. Lg. 683b (Pass.); correct, τοὺς ἠγνοηκότας Plb. 1.67.5; but, pervert, μετέθηκεν αὐτὸν ἡ γυνὴ αὐτοῦ LXX 3 Ki. 20(21).25.
- 4 Med., change what is oneʼs own or for oneself, μ. τὰ εἰρημένα X. Mem. 4.2.18; νόμους ib. 4.4.14; τὴν δόξαν D. 18.229; τὸν τρόπον Id. 19.341; τοὔνομα Arist. Fr. 549; ὀνόματα change the use of words, Epicur. Nat. 95 G. (also in Act., Nat. 28.5); [τὸ νόμισμα] Arist. Pol. 1257b11: abs., change oneʼs opinion, retract, Pl. R. 345b, etc.; μεταθέσθω let him change his mind, Men. Pk. 48; also in political sense, change sides, μεταθέσθαι πρὸς τὴν Ῥωμαίων αἵρεσιν Plb. 24.9.6; Dionysius of Heraclea, who went over from the Stoics to the Cyrenaics, was called μεταθέμενος, turn-coat, D.L. 7.37, 166; μ. ἀπὸ τῶν πατρίων LXX 2 Ma. 7.24; ἐξ ἀδικίας Corn. ND 11.
- b τὴν γνώμην μετατίθεσθαι change to or adopt a new opinion, Hdt. 7.18 (but τῆς γνώμης μ. change from . ., App. BC 3.29); μετέθου λύσσαν ἄρτι σωφρονῶν thou hast changed to madness, E. Or. 254; μ. τὸ ὄνομα τὸ νῦν ἀπὸ τῶν αἰγῶν adopted their present name, Paus. 7.26.3.
- c μ. [τὸν φόβον] transfer oneʼs fear, D. 18.177; τῇ μισθαρνίᾳ ταῦτα μετατιθέμενος τὰ ὀνόματα transferring . ., ib. 284.
- d c. inf., μ. ἀντὶ τοῦ ἀπλήστως . . ἔχοντος βίου τὸν κοσμίως . . ἔχοντα βίον ἑλέσθαι change oneʼs mind and determine to choose . ., Pl. Grg. 493c.
- e c. dupl. acc., τὸ κείνων κακὸν τῷδε κέρδος μ. turning their misdeeds into his gain, S. Ph. 515 (lyr.).
- 5 Pass., to be changed, alter, μετετέθην εὐβουλίᾳ E. IA 388 (troch.); μ. ἐς Ῥωμαίους pass over, App. Hisp. 17; μ. ἀπὸ τοῦ καλέσαντος ὑμᾶς are turned away from . ., Ep.Gal. 1.6.
1. ertussen plaatsen; overdr.:
2. verplaatsen, overbrengen naar:
3. veranderen:
1) dazwischen stellen, bringen, τῷ κʼ οὔτι τόσον κέλαδον μετέθηκεν, er hätte nicht so viel Lärm unter uns erregt, 18.402.
2) verfolgen, umstellen, umändern ; pass., μετετέθην εὐβουλίᾳ, Eur. I.A. 388 ; μετατίθησιν αὐτῶν τὰ αἰδοῖα εἰς τὸ πρόσθεν, Plat. Symp. 191b, öfter ; auch pass., ἀντὶ ποίων ποῖα μετατεθέντα εὐδαίμονα τὴν πόλιν ἀπεργάζοιτʼ ἄν, Legg. III.683b ; vgl. προφάσεις ἀντὶ τῶν ἀληθῶν ψευδεῖς μεταθείς, Dem. 18.225 ; versetzen, Xen. Mem. 3.14.6 ; μετατιθέναι τι ἐν τῇ λέξει, Arist. rhet. 1.9 ; τῶν ὅλων οὐδέν τι μετέθηκαν, Pol. 1.63.2 ; πρὸς τὸ βέλτιον τοὺς ἁμαρτάνοντας, 5.12.3 ; auch τὰς πατρίδας ἀπό τινων πρὸς ἑτέρας συμμαχίας, 17.13.5, zu anderen Bündnissen verleiten ; Sp., wie Luc. Charid. 19.
Med. für sich umsetzen, verändern, τὸ κείνων κακὸν τῷδε κέρδος μετατιθέμενος, Soph. Phil. 511, wo der Schol. erkl. τὸ ἐκείνους λυποῦν τούτῳ κέρδος μεταποιῶν ; ταχὺς μετέθου λύσσαν, Eur. Or. 254 ; σμικρὸν γάρ τι μετατίθεμαι, Plat. Theag. 122c, wie Theaet. 197b ; τὴν γνώμην, Her. 7.18 ; bes. auch seine Meinung ändern u. etwas Anderes behaupten, ἀλλὰ μεταθώμεθα Plat. Rep. I.334e, ὕστερον γὰρ ἐξέσται ἡμῖν καὶ μεταθέσθαι, ἢν μή τι ἀρέσκῃ Thuc. 8.53, μετατίθεμαι τὰ εἰρημένα Xen. Mem. 4.2.18 ; νόμους, 4.4.14, τὴν ἄγνοιαν, seinen Irrtum wieder gut machen, Pol. 11.25.10 ; μεταθέσθαι πρὸς τὴν Ῥωμαίων αἵρεσιν, zur Partei der Römer übertreten, 26.2.6, vgl. 3.111.8 ; Luc. erkl. es durch ἐπανορθοῦν, Cynic. 18 ; – ὁ μεταθέμενος heißt der Philosoph, der von einer Sekte zur andern übergetreten ist, DL. 7.37, 166 ; Ath. VII.281d.
[μετα- 3.]
3 sing. aor. μετέθηκε.
To set or cause among a company : οὔ κέ τι τόσον κέλαδον μετέθηκεν (among us) Od. 18.402.
Strong 3346
1. to transfer to another place: c. acc., pass., He 11:5
(LXX); seq. εἰς, Ac 7:16.
2. to change: c. acc., pass., He 7:12; seq. εἰς, fig., i.e. to make one thing a pretext for another, χάριν εἰς ἀσέλγειαν, Ju 4. Mid., to change oneself, pass over: seq. ἀπό et εἰς, Ga 1:6 (cf. II Mac 7:24).†
- Ito place among, τῷ κʼ οὔτι τόσον κέλαδον μετέθηκεν (variant reading: μεθέηκεν) then he would not have caused so much noise among us, Od.
- IIto place differently,
- 1in local sense, to transpose, Plat.
- 2to change, alter, of a treaty, Thuc., Xen.; μ. τὰς ἐπωνυμίας ἐπὶ ὑός to change their names and call them after swine, Hdt.; μ. τι ἀντί τινος to put one thing in place of another, substitute, Dem.
- 3Mid. to change what is oneʼs own or for oneself, τοὺς νόμους, Xen.; μετατίθεσθαι τὴν γνώμην to adopt a new opinion, Hdt.; so, absol., Plat.
- bμ. τὸν φόβον to get rid of, transfer oneʼs fear, Dem.
- cc. dupl. acc., τὸ κείνων κακὸν τῷδε κέρδος μ. to alter their evil designs into gain for him, Soph.
- 4Pass. to be changed, to alter, Eur.
-
…καὶ οὕτως ἐροῦμεν αὐτὸ τοὐναντίον ἢ τὸν Σιμωνίδην ἔφαμεν λέγειν. καὶ μάλα, ἔφη, οὕτω συμβαίνει. ἀλλὰ μεταθώμεθα · κινδυνεύομεν γὰρ οὐκ ὀρθῶς τὸν φίλον καὶ ἐχθρὸν θέσθαι. πῶς θέμενοι, ὦ Πολέμαρχε ; τὸν δοκοῦντα χρηστόν…
Plato, Republic
-
…, ὦ Πολέμαρχε ; τὸν δοκοῦντα χρηστόν, τοῦτον φίλον εἶναι. νῦν δὲ πῶς, ἦν δʼ ἐγώ, μεταθώμεθα ; τὸν δοκοῦντά τε, ἦ δʼ ὅς, καὶ τὸν ὄντα χρηστὸν φίλον · τὸν δὲ δοκοῦντα μέν ,…
Plato, Republic
-
…δʼ ἐγώ, μὴ σύ γε · ἀλλὰ πρῶτον μέν, ἃ ἂν εἴπῃς, ἔμμενε τούτοις, ἢ ἐὰν μετατιθῇ, φανερῶς μετατίθεσο καὶ ἡμᾶς μὴ ἐξαπάτα. νῦν δὲ ὁρᾷς, ὦ Θρασύμαχε ἔτι γὰρ τὰ ἔμπροσθεν ἐπισκεψώμεθα ὅτι…
Plato, Republic
-
…μὴ σύ γε · ἀλλὰ πρῶτον μέν, ἃ ἂν εἴπῃς, ἔμμενε τούτοις, ἢ ἐὰν μετατιθῇ, φανερῶς μετατίθεσο καὶ ἡμᾶς μὴ ἐξαπάτα. νῦν δὲ ὁρᾷς, ὦ Θρασύμαχε ἔτι γὰρ τὰ ἔμπροσθεν ἐπισκεψώμεθα ὅτι τὸν ὡς ἀληθῶς…
Plato, Republic
-
…ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον · αἴθʼ ὤφελλʼ ὁ ξεῖνος ἀλώμενος ἄλλοθʼ ὀλέσθαι πρὶν ἐλθεῖν · τῷ οὔ τι τόσον κέλαδον μετέθηκε. νῦν δὲ περὶ πτωχῶν ἐριδαίνομεν, οὐδέ τι δαιτὸς ἐσθλῆς ἔσσεται ἦδος, ἐπεὶ τὰ χερείονα νικᾷ. τοῖσι…
Homer, Odyssey
-
…ψῆφον ἀνεδίδου. Καὶ τῆς πρώτης φυλῆς καταψηφισαμένης τὴν ἀρχὴν τὸν Ὀκτάουιον ἀποθέσθαι, ἐπιστραφεὶς πρὸς αὐτὸν ὁ Γράκχος ἐδεῖτο μεταθέσθαι. οὐ πειθομένου δὲ τὰς ἄλλας ψήφους ἐπῆγεν. οὐσῶν δὲ τότε φυλῶν πέντε καὶ τριάκοντα καὶ συνδραμουσῶν ἐς τὸ…
Appian, The Civil Wars
-
…γὰρ καὶ ταῦτα ἐκτὸς εἶχον, καὶ ἐγέννων καὶ ἔτικτον οὐκ εἰς ἀλλήλους ἀλλʼ εἰς γῆν, ὥσπερ οἱ τέττιγες μετέθηκέ τε οὖν οὕτω αὐτῶν εἰς τὸ πρόσθεν καὶ διὰ τούτων τὴν γένεσιν ἐν ἀλλήλοις ἐποίησεν, διὰ τοῦ ἄρρενος ἐν…
Plato, Symposium
-
…μεταθῆται, ἐκεῖνο δὲ μηκέτι καλῇ, οὐδὲν ἧττον τὸ ὕστερον ὀρθῶς ἔχειν τοῦ προτέρου, ὥσπερ τοῖς οἰκέταις ἡμεῖς μετατιθέμεθα οὐδὲν ἧττον τοῦτʼ εἶναι ὀρθὸν τὸ μετατεθὲν τοῦ πρότερον κειμένου · οὐ γὰρ φύσει ἑκάστῳ πεφυκέναι ὄνομα οὐδὲν οὐδενί ,…
Plato, Cratylus
-
…, νόμῳ δὲ ἕτερα, τὰ δὲ δὴ δίκαια οὐδʼ εἶναι τὸ παράπαν φύσει, ἀλλʼ ἀμφισβητοῦντας διατελεῖν ἀλλήλοις καὶ μετατιθεμένους ἀεὶ ταῦτα, ἃ δʼ ἂν μετάθωνται καὶ ὅταν, τότε κύρια ἕκαστα εἶναι, γιγνόμενα τέχνῃ καὶ τοῖς νόμοις…
Plato, Laws
-
…ζημιοῦσθαι καὶ πᾶσι τοῖς ἐσχάτοις. καὶ τοῦτʼ ἔστιν ὀρθότατα καὶ κάλλιστʼ ἔχον ὡς δεύτερον, ἐπειδὰν τὸ πρῶτόν τις μεταθῇ τὸ νυνδὴ ῥηθέν · ᾧ δὲ τρόπῳ γεγονός ἐστι τοῦτο ὃ δὴ δεύτερον ἐφήσαμεν, διαπερανώμεθα. ἦ γάρ ;…
Plato, Statesman