Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πετρίς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Πέτρα
πετράεις
πετραία
Πετραία
Πετραίη
πετραῖον
πετραῖος
Πετραῖος
πετράκης
πετρακισχείλιη
πετράμβατοι
πετράμεινος
πετρανός
πετράς
πέτρατος
Πέτραχος
πετρέλαιον
πετρέμβατοι
πετρεντινάκτης
πετρεφράμη
πέτρη
πετρηγενής
πετρηδόν
πετρήεις
πετρηρεφής
πετρήρης
πετρίδιον
πετρίδιος
πέτρινος
πέτριον
πετρίς
πετροβατέω
πετροβάτης
πετροβατικός
πετρόβλητος
πετροβολέω
πετροβολία
πετροβολικός
πετροβολισμός
πετροβόλος
πετρόβολος
πετρογενής
πετροδύμων
πετροετηρίς
πετροκατοίκητος
πετρόκοιτος
πετροκοπέω
πετροκόραξ
πετροκόσσυφος
πετροκυλιστής
πετρολάπαθον
πετροποιία
πετροποιΐα
πετροποιός
πετροπομπός
πετρορριφής
πετρόρρυτος
πετρόρυτος
πέτρος
Πέτρος
πετροσελινίτης
…
πετρίς
Save
LSJ
πετρίς, ίδος, ἡ,
= πετραῖον,
SIG
1171.16 (Lebena).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}