πολυδημώδης
πολυδημώδης, populous
πολυ-δημώδης, ες, = foreg., D.L. 7.14.
πολυδημ·ώδης, ης, ες [ῠ] très populeux, DL. 7, 14.
Étym. πολύς, δημώδης.
πολυδημώδης, ες, = πολύδημος, DL. 7.14.
πολυδημώδης, populous