Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολυδαπάνως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολύγουνος
πολυγράμματος
πολύγραμμος
πολύγραος
πολυγραφέω
πολυγραφία
πολυγράφος
πολυγύμναστος
πολυγύναιξ
πολυγύναιος
πολυγύνης
πολύγυρος
πολυγώνιος
πολυγωνοειδής
πολύγωνον
πολύγωνος
πολυδάηρ
πολυδαίδαλος
πολυδαίμων
πολυδαισία
πολυδακρυμανής
πολυδάκρυος
πολύδακρυς
πολυδάκρυτος
πολυδάκτυλος
Πολυδάμας
Πολυδαμίδας
Πολύδαμνα
πολύδαμνος
πολυδάπανος
πολυδαπάνως
πολύδαφνος
πολυδέγμων
πολυδεής
πολυδείματος
πολύδεινος
πολυδειράς
πολύδειρος
Πολυδέκτας
πολυδέκτης
Πολυδέκτης
πολυδένδρεος
πολύδενδρος
πολυδερκής
πολύδερμος
πολύδεσμος
Πολυδεύκης
πολυδευκής
Πολυδεύκιον
πολύδημος
πολυδημώδης
πολυδήνης
πολύδηρις
πολυδήριτος
πολυδιαίρετος
πολυδιάκριτος
πολυδιάφθορος
πολυδιάχυτος
πολυδίδακτος
πολυδικέω
πολύδικος
…
πολυδαπάνως
Save
Bailly 2024
πολυδαπάνως
[
ῠᾰᾰ
]
adv.
avec de grandes dépenses,
DS.
1, 52
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}