προσπασσαλόω
προσπασσαλόω, nail onto
Could not find προσπατταλῶσαι in Logeion dictionaries.
προσπατταλῶσαι aorist active infinitive of προσπασσαλόω
προσπασσᾰλόω, Att. προσπαττ-, = foreg. II, Thphr. Char. 21.7.
προσ·πασσαλόω-ῶ [σᾰ] c. le préc. Clém. 486.
προσπασσαλόω, = προσπασσαλεύω, Clem.Al.