προσπελάτης
προσπελάτης, = πελάτης
προσπελ-άτης [ᾰ], ου, ὁ,
- = πελάτης, Theopomp.Hist. 39 (b).
προσ·πελάτης, ου (ὁ) [ᾰ] suivant, serviteur, Thpp. (Ath. 271e, 443b).
προσπελάτης, ὁ, = πελάτης, Ath. VI.271d, aus Theopomp.