φαρμάκτης
Could not find φαρμάκταις in Logeion dictionaries.
φαρμάκταις Noun: masculine dative plural of φαρμάκτης
φαρμᾰκ-της, ου, ὁ,
- = φαρμακτήρ, Opp. H. 4.648, 693.
φαρμάκτης, ου (ὁ) c. φαρμακτήρ, Opp. H. 4, 648, 693.
φαρμάκτης, ὁ, = φαρμακτήρ, φαρμακεύς, Opp. Hal. 4.648.