φαρμακίστρια Save LSJ Pape φαρμᾰκ-ίστρια, ἡ, = foreg. [φαρμακίς] I, Hsch. s.v. βαμβακεύτριαι. φαρμακίστρια, ἡ, = φαρμακίς, Hesych.