φαρμακτήρ
Could not find φαρμακτῆρες in Logeion dictionaries.
φαρμακτῆρες masculine nominative plural, masculine vocative plural of φαρμακτήρ
φαρμᾰκ-τήρ, ῆρος, ὁ,
- = φαρμακεύς, Opp. H. 2.483.
φαρμακτήρ, ῆρος (ὁ) c. φαρμακεύς, Opp. H. 2, 483.
Étym. φαρμάσσω.
φαρμακτήρ, ῆρος, ὁ, = φαρμακεύς, Opp. Hal. 2.483.