ἀλλοτριοπραγμοσύνη
ἀλλοτριοπραγμοσύνη, a meddling with other people’s business
Could not find ἀλλοτριοπραγμοσύνην in Logeion dictionaries.
ἀλλοτριοπραγμοσύνην feminine accusative singular of ἀλλοτριοπραγμοσύνη
ἀλλοτριο-πραγμοσύνη, ἡ,
- meddlesomeness, Pl. R. 444b, Procl. in Alc. p.14 C.
intromisión
ἀλλοτριοπραγμοσύνην ... μέρους τινὸς τῷ ὅλῳ τῆς ψυχῆς
ἀπὸ τῆς εἰς τὰ ἔξω βλεπούσης ὁρμῆς καὶ τῆς ἀλλοτριοπραγμοσύνης
ἀλλοτριοπραγμοσύνη, ης (ἡ) c. ἀλλοτριοπραγία, Plat. Rsp. 444b.
Étym. cf. le préc.
ἀλλοτριοπραγμοσύνη, ἡ, neben πολυπραγμοσύνη, = ἀλλοτριοπραγία, Plat. Rep. IV.144b.
ἀλλοτριοπραγμοσύνη
πρᾶγμα
- a meddling with other peopleʼs business, Plat.