ἀλλοτριοπραγμονέω
ἀλλοτριο-πραγμονέω,
- = -πραγέω, Simp. in Epict. pp. 51,113D.
entrometerse, dedicarse a lo que no es de la competencia de uno
τὸ γὰρ ἀλλοτριοπραγμονεῖν, περιττόν
ψυχὴν ... ἀλλοτριοπραγμονοῦσαν
ἀλλοτριο·πραγμονέω-ῶ, s’ingérer dans les affaires d’autrui, Simpl. Epict. p. 419.
Étym. ἀ. πρᾶγμα.
ἀλλοτριοπραγμονέω, = ἀλλοτριοπραγέω, Simplic.