ἀλλοτριόχωρος
ἀλλοτριόχωρος, of strange land
ἀλλοτριό-χωρος, ον,
- of strange land, J. AJ 3.12.3, 8.7.5.
de país extraño, extranjero
τῶν τε ὁμοφύλων καὶ τῶν ἀλλοτριοχώρων
μὴ γαμεῖν τὰς ἀλλοτριοχώρους
ἀλλοτριό·χωρος, ος, ον, de pays étranger, Jos. 3, 12, 3.
Étym. ἀ. χώρα.
ἀλλοτριόχωρος, aus fremdem Lande, Jos.