About
Menu

ἀλλοτριεπίσκοπος

ἀλλοτριεπίσκοπος, busybody (ἀλλοτριοεπίσκοπος)

ἀλλοτριεπίσκοπος -ου, ὁ [ἀλλότριος, 1. ἐπίσκοπος] bemoeial.

Saved

Recent