ἐδώδιμος
ἐδώδιμος, eatable
Could not find ἐδωδίμων in Logeion dictionaries.
ἐδωδίμων Adjective: feminine genitive plural, Adjective: masculine genitive plural, Adjective: neuter genitive plural of ἐδώδιμος
- eatable, Hdt. l.c., 3.108, etc.; ἐδώδιμα eatables, provisions, Th. 7.39, Arist. Rh. 1373a30, Porph. Abst. 1.12, etc.
- II prepared for eating, cooked, Orib. 15.1.8.
1 comestible de plantas
ἡ ῥίζα τοῦ λωτοῦ ... ἐδωδίμη
ὅ γε ξερὸς σῖτος ὅπως καλῶς ἐ. γίγνηται ἐπιμελητέον
καρπός
περὶ σικύου ἐδωδίμου
ἡ ῥίζα καὶ τὸ κατὰ γῆς πεφυκὸς ἐδώδιμόν ἐστι
τῇ αἰγὶ τὸν θαλλὸν εἶναι ἐδώδιμον
(ζῷα) ἐδώδιμα
ὅσα τις ἔχει ἐδώδιμα
• subst. τὸ ἐδώδιμον lo comestible, la parte comestible de plantas
ὥστε ἀνὰ μέσον εἶναι τοῦ τε ἐδωδίμου τοῦ ἐντὸς καὶ τοῦ ἔξω
• subst. τὰ ἐδώδιμα los comestibles, los alimentos
τῶν ἐδωδίμων καὶ ποτῶν ἴσον ἀπέχοντος
οἱ δ' εἰσεκόμιζον ἄλλος ἄλλο τι τῶν ἐδωδίμων
διακρίνειν ἐν τοῖς τοιούτοις ἐδωδίμοις τὸ τρόφιμόν τε καὶ δηλητήριον
2 preparado para ser comido op. ‘crudo’
κρέας ... ἑψεθὲν ἁγνὸν καὶ ἐδώδιμον
ῥίζα δὲ δακτύλου ... ἐδωδίμη ἐφθή
3 que está permitido comerlo
τὸ νεῦρον ... οὐδὲ ἡμῖν ἐστιν ἐδώδιμον
- eatable, Hdt., Thuc., etc.: ἐδώδιμα, τά, eatables, provisions, Thuc.