εἴσοπτρον
εἴσοπτρον, a mirror
Could not find ἔσοπτρα in Logeion dictionaries.
ἔσοπτρα Noun: neuter accusative plural, Noun: neuter nominative plural, Noun: neuter vocative plural of εἴσοπτρον
- looking-glass, mirror, Pi. N. 7.14, J. AJ 12.2.9, Plu. Profect. 2.85b, Coniug. 139f, Lyr.Alex.Adesp. 37.26, Anacreont. 6.3.
espejo
ἐν μὲν τοῖς ἐσόπτροις ὁ τὴς ὄψεως ... χαρακτὴρ βλέπεται
ἐκμεμαχὼς ἔσοπτρον
δείκελον ... πυριφλεγέθοντος ἐσόπτρου
τῶν ἐσόπτρων ... διαυγέστεροι
λαβὼν ἔσοπτρον ἄθρει κόμας
βλέπομεν ... δι' ἐσόπτρου
ἔ. δίπτυχον
ἐπίπεδον ... ἔ.
τὰ ἐν τοῖς ἐσόπτροις φαινόμενα σώματα
εἴδωλον ... κατ' εἰσόπτροιο φαανθέν
• espejo ref. cosas que brillan
ἥ τε πανσέληνος αὐτὴ πάντων ἐσόπτρων ... κάλλιστόν ἐστι
• espejo en sent. fig., reflejo ref. abstr. o pers.
ἔργοις δὲ καλοῖς ἔ.
espejo para las hermosas gestas dicho del canto conmemorativoἔ. ἀκηλίδωτον τῆς τοῦ θεοῦ ἐνεργείας
κοινὸν ἔσοπτρον
de un cadáver y la tumba c. ref. la muerteοἷον πρὸς ἔσοπτρα κοσμοῦντας ἑαυτούς
- a mirror, Pind.