ὁμευναῖος
Could not find ὁμευναίαις in Logeion dictionaries.
ὁμευναίαις feminine dative plural of ὁμευναῖος
ὁμευν-αῖος, α, ον,
- = ὅμευνος, ἄλοχοι Opp. H. 1.509.
ὁμ·ευναῖος, α, ον, c. ὅμευνος, Opp. H. 1, 509.
ὁμευναῖος, = ὅμευνος, Opp. Hal. 1.509.