ὀμβρώδης
ὀμβρώδης, rainy
ὀμβρ-ώδης, ες,
- rainy, χωρία Thphr. HP 8.7.1, cf. Ptol. Tetr. 94, Vett.Val. 6.5.
ὀμβρώδης, ες, regnig, Sp.
ὀμβρώδης, rainy