ὁμηγυρής
ὁμηγῠρ-ής, Dor. ὁμᾱγῠρής, ές,
- v.l. for ὁμηγερής in Il. 1.57, 7.415, Pi. P. 11.8.
ὁμ·ηγυρής, ής, ές [ῠ] c. le préc. Nonn. Jo. 18, 40, etc. ||
➳ Dor. ὁμαγυρής [ᾱ] Pd. P. 11, 8.
Étym. ὁμός, ἀγορά.
ὁμηγυρής, ές, = ὁμηγερής, στρατός, Pind. P. 11.8.
ὁμηγυρής
ὁμ-ηγῠρής, Doric ὁμ-ᾱγυρής, ές
ἄγυρις
= ὁμηγερής, Pind.