ὑδερώδης
ὑδερώδης, of a dropsical nature
ὑδερ-ώδης, ες,
- of a dropsical nature, Dsc. 5.148, Gal. 15.319.
ὑδερώδης, ης, ες [ῠ] c. ὑδεροειδής, Gal. Lex. Hipp. 19, 148 ; Ruf. p. 14 ; Orib. 119 Matthäi.
Étym. ὕδερος, -ωδης.
ὑδερώδης, zsgzn statt ὑδεροειδής, Sp.