ὑδατοπωτέω
ὑδατοπωτέω, drink water
ὑδᾰτο-πωτέω,
- drink water, Cratin. 288; cf. ὑδροπωτέω.
ὑδατοπωτέω-ῶ [ῠᾰ] c. ὑδατοποτέω, Crat. (Poll. 4, 184).
ὑδατοπωτέω, = ὑδατοποτέω, poet., s. Lobeck Phryn. 456.