About Report a problem

Menu

urge

urge
v. trans.
Persuade:
P. and V. πείθειν, ἀ̆νᾰπείθειν (Eur. Hel. 825), V. ἐκπείθειν.
Induce:
P. and V. προτρέπειν (or mid.), ἐπά̆γειν, προά̆γειν, ἐπαίρειν, P. ἐπισπᾶν.
Incite:
P. and V. ὁρμᾶν, ἐξορμᾶν, ἐπῐκελεύειν, ἐγκελεύειν, ἐποτρύ̄νειν (Thuc.), ἐξοτρύ̄νειν (Thuc.), P. ἐνάγειν, V. ὀτρύ̄νειν, ἐπῐσείειν, ὀρνύναι, ἐπεγκελεύειν (Eur. Cycl.); see also rouse, advise.
Protest in argument:
P. ἰσχυρίζεσθαι, διισχυρίζεσθαι, διαμάχεσθαι.
Hurry on:
P. and V. ἐπείγειν, σπεύδειν, ἐπισπεύδειν, P. κατεπείγειν, V. ἐπισπέρχειν (rare P.).
They sought to urge on the war:
P. ἐνῆγον πόλεμον (Thuc. 1.67).
Urge against:
V. ἐπορνύναι (τινά τινι) (Eur. Cycl. 12).
Urge as an excuse:
P. and V. σκήπτειν (mid. in P.), προβάλλειν (mid. also in P.), προὔχεσθαι, προΐστασθαι (Eur. Cycl. 319), P. προφασίζεσθαι, προΐσχεσθαι, V. προτείνειν.
On just grounds, I urge this plea:
V. τῷ μὲν δικαίῳ τόνδʼ ἁμιλλῶμαι λόγον (Eur. Hec. 271).
Urge a claim:
P. δικαίωσιν προφέρειν (Thuc. 5.17).

Saved

Recent