Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
γονάς
DGE
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
γομφίασις
γομφιασμός
γομφιάω
γομφίλη
γομφιόδουπος
γομφίον
γομφίος
γομφίτης
γομφόδετος
Γόμφοι
γομφοπαγής
γόμφος
Γόμφος
γομφότομος
γομφόω
γομφώδης
γόμφωμα
γόμφωσις
γομφωτήρ
γομφωτήριον
γομφωτήριος
γομφωτική
γομφωτικός
γομφωτός
γόμωσις
γονά
γονάγρα
γοναγρός
Γονανή
γονάρ
γονάς
γόνατα
Γονατᾶς
γονατίζω
γονάτιον
γονατίς
γονατόδεσμος
γόνατον
γονατόομαι
γόνατος
γονατώδης
γονάχιον
γονάω
Γόνδραι
γονεά
ΓονεϜάτας
γονεία
Γονεῖς
γονετής
γονεύς
Γονεύς
γονεύω
γονή
γόνημα
γονής
γόνθος
γονιαῖος
γονίας
γονίας χειμών
γονίζω
γονικόθεν
…
γονάς
Save
DGE
γονάς
-άδος, ἡ
• Alolema: lacon.
γονάρ
Hsch.
madre
Hsch.l.c., s.u.
γονάδες
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}