κανθάριος Save LSJ Bailly 2024 Pape κανθάρ-ιος Hsch. κανθάριος, ος, ον, qui concerne un scarabée, Œnom. (Eus. 3, 393 Migne). Étym. κάνθαρος. κανθάριος, ὁ, = κανθάρεος, Theophr., l.d.