Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κόμψατος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κομπασμός
κομπαστής
κομπαστικός
κομπέω
κομπηγόρος
κομπηρός
κομπισμός
Κομπλέγα
κομποθηλαία
κομποθήλυκα
κομπολακέω
κομπολακυθέω
κομπολακύθης
κομπολάκυθος
κομπολογέω
κομπολογία
κομπονομέω
κομποποιέω
κομπορρημοσύνη
κομπορρήμων
κόμπος
κομπός
κομποφακελορρημοσύνη
κομποφακελορρήμων
κομπόω
κομπώδεια
κομπώδης
κομπωδία
Κομύρια
Κομύριον
Κόμψατος
κομψεία
κόμψευμα
κομψευριπιδικῶς
κομψευριπικῶς
κομψευτός
κομψεύω
κομψοέπεια
κομψοεπής
κομψολογέω
κομψολόγος
κομψοπρεπής
κομψός
κομψότης
κομψῶς
κοναβέω
κοναβηδόν
κοναβίζω
κόναβος
Κόναβος
κονάριχον
κοναρός
κόναρος
κονβενταρχέω
κόνδαξ
κονδῖτος
κονδῖτος οἶνος
κόνδοι
κονδοκέρατος
κονδολύχνια
κονδομονόβολον
…
Κόμψατος
Save
Bailly 2024
Κόμψατος,
ου
(
ὁ
) Kompsatos,
fl. de Thrace,
Hdt.
7, 109
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}