κομπηγόρος
κομπηγόρος, speaking boastfully
κομπ-ηγόρος, ον,
- speaking boastfully, Hsch. s.v. ἀερολέσχης.
κομπηγόρος, ὁ, Großsprecher, Hesych. v. ἀερολέσχης.
κομπηγόρος, speaking boastfully