Κύκνειος
Κύκνειος, α, ον, de Kyknos, fils d’Arès, Pd. O. 10, 19.
Κύκνειος
- 1of, with Kyknos τράπε δὲ Κύκνεια μάχα καὶ ὑπέρβιον Ἡρακλέα (Hermann: Κυκνέα codd.: Κυκνεία byz., cf. Wil., Verskunst, 2371. ἐτράπη εἰς φυγὴν ὁ Ἡρακλῆς συλλαβομένου τοῦ Ἄρεος ὡς παιδὶ τῷ Κύκνῳ. Σ.) O. 10.15