Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νίκευς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νικα
Νικαγόρας
νικάδιον
νικάεις
νικάζω
νίκαθρον
Νίκαια
Νικαίνετος
νικαῖος
Νικανδᾶς
Νικάνδρα
Νίκανδρος
Νικάνωρ
νικαξοῦμαι
νικαξῶ
Νικαρέτη
Νικάρετος
νικάριον
Νίκαρχος
Νικάσιππος
Νικασίς
Νίκασος
νίκαστρον
νικατήρ
Νικατόρειον
νικάτωρ
νικαφορία
νικαφόρος
νικάω
νίκειος
Νίκευς
Νικεύς
νικέω
νίκη
Νίκη
νικήεις
νίκημα
νίκημι
Νικήρατος
Νικήτας
νικητέον
νικητέος
νικητήρ
νικητήριος
νικητής
Νικήτης
νικητικός
νικήτρια
νικήτωρ
νικηφορέω
νικηφορία
Νικηφόριον
νικηφόρος
Νικηφόρος
Νικιάδης
Νικιάος
Νικίας
Νικιάς
Νικίδης
νικίδιον
Νικίειος
…
Νίκευς
Save
Bailly 2024
Νίκευς
(
ὁ
)
[
ῑ
] Nikée,
h.
Pd.
O.
11, 86
.
Étym.
νίκη
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}