Νικάσιππος
Νικάσ·ιππος, ου (ὁ) [ῑᾱ] Nikasippos, h. Pd. I. 2, 47.
Étym. νικάω, ἵππος.
Νῑκᾱσιππος a friend of Pindar. ταῦτα, Νικάσιππʼ, ἀπόνειμον, ὅταν ξεῖνον ἐμὸν ἠθαῖον ἔλθῃς (τὸν εἰς Ξενοκράτην ὕμνον εἰς Ἀκράγαντα διὰ Νικασίππου πέμπει πρὸς Θρασύβουλον Σ.) I. 2.47