Νομάς Save Νομάς, Numidian Bailly 2024 Νομάς, άδος (ὁ, ἡ) [ᾰδ] de Numidie, Luc. Nav. 26 ; οἱ Νομάδες, Plut. les Numides. Étym. cf. le préc. ; v. Νομαδία.