Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νομικεῖος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Νομαία
νομαῖος
νόμαιος
νομαλέως
νομανδρία
Νομαντία
Νομαντῖνοι
Νομαντῖνος
νομάριον
νομαρχέω
νομάρχης
νομαρχία
νομαρχικός
νόμαρχος
νομάς
Νομάς
Νομᾶς
νομέας
νομεισφορά
νόμευμα
νομεύς
νομευτικός
νομεύω
νομέω
νομή
νομήματα
Νομήτωρ
νομία
νομίζω
νομικάριος
νομικεῖος
νομικός
νομικῶς
νόμιμος
νομιμότης
νομίμως
νόμιος
Νόμιος
νομίουρος
νόμισις
νόμισμα
νομισματικός
νομισμάτιον
νομισματοπώλης
νομισματοπωλική
νομισματοπωλικός
νομιστέος
νομιστεύομαι
νομιστεύω
νομιστί
νομιστός
Νομίστρων
νομιτεύομαι
Νομίων
νομοαίολος
νομογραφέω
νομογραφία
νομογραφικός
νομογράφος
νομοδείκτης
νομοδιδάκτης
…
νομικεῖος
Save
LSJ
νομ-ικεῖος, ὁ,
= foreg. [νομικάριος],
Cat.Cod.Astr.
1.95.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}