νοίδιον
νοίδιον, mini-mind, mini-thought
νοίδιον, τό, Dim. of νόος, νοῦς, Ar. Eq. 100 (pl.);
- = νοημάτιον, Philostr. VS 2.10.1 (pl.).
νοίδιον, ου, τό,
Dim. of νόος, νοῦς, Ar.
νοίδιον, mini-mind, mini-thought