νομισματοπώλης
νομισματοπώλης, money-changer
νομισμᾰτο-πώλης, ου, ὁ,
- money-changer, Poll. 7.170.
νομισματοπώλης, ὁ, Münzenhändler, Geldwechsler (?).
νομισματοπώλης, money-changer