Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Νουμήνιος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νοττίον
νοττός
νοττῶτις
νότυλος
νοτώδης
Νοῦβαι
νουβυστικός
νουβυστικῶς
Νούδιον
νουθεσία
νουθετεία
νουθετέω
νουθέτημα
νουθέτησις
νουθετησμός
νουθετητέος
νουθετητής
νουθετητικός
νουθετία
νουθετικός
νουθετικῶς
νουθετισμός
νοῦθος
Νουκερία
Νουμᾶς
Νουμέριος
νουμηνία
νουμηνιάζω
νουμηνιαστής
νουμήνιος
Νουμήνιος
νουμμίον
νοῦμμος
νοῦν
νουνέχεια
νουνεχής
νουνεχόντως
νούνεχος
νουνεχῶς
νοῦς
νουσαλέος
νουσαχθής
νούσημα
νουσοβαρής
νουσοκόμος
νουσολύτης
νουσομελής
νοῦσος
νουσοφόρος
Νοῦσσα
νοῦφας
νοχαλός
νοχελές
νοχελής
νυ
νύ
νῦ
νύγδην
νύγμα
νυγματικός
νυγματώδης
…
Νουμήνιος
Save
Bailly 2024
Νουμήνιος,
ου
(
ὁ
)
Noumènios,
h.
Anth.
11, 388
.
Étym.
v. les préc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}