Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νοττός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νόσφιν
νοσφισμός
νοσφιστής
νοσώδης
νόσωσις
νοταπηλιώτης
νοταπηλιωτικός
νοτερός
νοτέω
νοτηρός
νοτία
νοτιαῖος
νοτιάω
Νοτιεύς
νοτίζω
νοτίη
νότινος
Νότιον
νότιος
νοτίς
νοτισμός
νοτιώδης
νοτόθεν
νοτολιβυκός
νοτόνδε
νότος
Νότος
νοττάριον
νοττεύω
νοττίον
νοττός
νοττῶτις
νότυλος
νοτώδης
Νοῦβαι
νουβυστικός
νουβυστικῶς
Νούδιον
νουθεσία
νουθετεία
νουθετέω
νουθέτημα
νουθέτησις
νουθετησμός
νουθετητέος
νουθετητής
νουθετητικός
νουθετία
νουθετικός
νουθετικῶς
νουθετισμός
νοῦθος
Νουκερία
Νουμᾶς
Νουμέριος
νουμηνία
νουμηνιάζω
νουμηνιαστής
νουμήνιος
Νουμήνιος
νουμμίον
…
νοττός
Save
Pape
νοττός
, ὁ, = νεοττός, vgl. Meineke
quaest. Men
. p. 19.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}