Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
νοῦθος
νοῦθος, tramp
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
νοτιώδης
νοτόθεν
νοτολιβυκός
νοτόνδε
νότος
Νότος
νοττάριον
νοττεύω
νοττίον
νοττός
νοττῶτις
νότυλος
νοτώδης
Νοῦβαι
νουβυστικός
νουβυστικῶς
Νούδιον
νουθεσία
νουθετεία
νουθετέω
νουθέτημα
νουθέτησις
νουθετησμός
νουθετητέος
νουθετητής
νουθετητικός
νουθετία
νουθετικός
νουθετικῶς
νουθετισμός
νοῦθος
Νουκερία
Νουμᾶς
Νουμέριος
νουμηνία
νουμηνιάζω
νουμηνιαστής
νουμήνιος
Νουμήνιος
νουμμίον
νοῦμμος
νοῦν
νουνέχεια
νουνεχής
νουνεχόντως
νούνεχος
νουνεχῶς
νοῦς
νουσαλέος
νουσαχθής
νούσημα
νουσοβαρής
νουσοκόμος
νουσολύτης
νουσομελής
νοῦσος
νουσοφόρος
Νοῦσσα
νοῦφας
νοχαλός
νοχελές
…
νοῦθος
Save
νοῦθος, tramp
LSJ
νοῦθος, ὁ,
tramp
of feet, ν. δὲ ποδῶν ὑπόδουπος ὀρώρει
Hes.
Fr.
48.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}